Στον τομέα της ψυχικής υγείας όταν αναφερόμαστε στη διαγνωστική αξιολόγηση, πρακτικά εννοούμε την εφαρμογή μιας σειράς τυποποιημένων και αξιόπιστων διαδικασιών, προκειμένου να αντλήσουμε ακριβείς πληροφορίες για το άτομο, ώστε να εκτιμήσουμε αν χρειάζεται βοήθεια και ποια παρέμβαση (ή σειρά παρεμβάσεων) ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες του.
Στην αξιολόγηση της προσωπικότητας ειδικότερα, η ψυχολογική εκτίμηση μπορεί να πραγματοποιείται για διάφορους λόγους, όπως η λήψη πιστοποιητικού ψυχικής υγείας, ως προϋπόθεσης για διορισμό στο Δημόσιο, και ο επαγγελματικός προσανατολισμός. Στην κλινική πράξη εφαρμόζεται, όταν χρειάζεται να αποσαφηνιστούν περισσότερο διαγνωστικά ζητήματα, συνήθως κατόπιν αιτήματος ψυχιάτρου. Πολλές φορές είναι επίσης ουσιώδης στα πρώτα στάδια μιας συμβουλευτικής ή ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης, καθώς διευκολύνει την ανάδειξη πιθανών προβλημάτων, που μπορούν να αποτελέσουν στόχους αλλαγής.
Ο πρωταρχικός στόχος, όταν αξιολογείται η προσωπικότητα ενός ατόμου, είναι όχι μόνο ο εντοπισμός παθολογικών χαρακτηριστικών ή συμπεριφορών, που μπορεί να σχετίζονται με διάφορες ψυχικές διαταραχές, αλλά και η περιγραφή της δομής και της λειτουργίας της προσωπικότητας του συνολικά, συμπεριλαμβανόμενων των προσαρμοστικών του στοιχείων. Για το λόγο αυτό, αποτελεί διαδικασία ευρύτερη από την ψυχιατρική διάγνωση και δεν θα πρέπει να συγχέεται με αυτή. Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων, εφαρμόζονται σε συνδυασμό, δύο ευρέως διαδεδομένες διαδικασίες: η κλινική συνέντευξη και τα ψυχολογικά τεστ.
Κλινική συνέντευξη
Η κλινική συνέντευξη αποτελεί μία ειδικά σχεδιασμένη διαδικασία, μέσα από την οποία ο συνεντευκτής θέτει στοχευμένες και διερευνητικές ερωτήσεις, προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες όχι μόνο για τις τρέχουσες δυσκολίες του ερωτώμενου, αλλά και για να κατανοήσει πώς αυτός νιώθει και σκέφτεται. Για το λόγο αυτό, λαμβάνεται ένα πλήρες ιστορικό και ταυτόχρονα αξιολογούνται οι ψυχικές λειτουργίες του ατόμου.
Ψυχολογικά τεστ
Η χορήγηση, η ανάλυση και η ερμηνεία τους αποτελούν κλινικές δεξιότητες τις οποίες κατέχουν μόνο οι ψυχολόγοι. Τα τεστ συνήθως χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά, προκειμένου να διερευνηθούν περισσότερο οι αρχικές υποθέσεις που διαμορφώθηκαν κατά τη συνέντευξη. Οι κλινικοί ψυχολόγοι πολλές φορές χρησιμοποιούμε προβολικά τεστ. Πρόκειται για έγκυρα και αξιόπιστα διαγνωστικά εργαλεία, που χρησιμοποιούνται ευρέως στην αξιολόγηση της προσωπικότητας ενηλίκων και παιδιών. Η κλινική τους αξία έγκειται στο γεγονός ότι οι τρόποι με τους οποίους το άτομο αντιλαμβάνεται και αντιδρά απέναντι σε διφορούμενα και ασαφή ερεθίσματα που του παρουσιάζονται, μπορεί να εκφράζει με έναν λιγότερο συνειδητό και πιο αυθόρμητο τρόπο τις εμπειρίες του, τον τρόπο σκέψης του και πτυχές της προσωπικότητάς του, όπως οι ανάγκες, τα συναισθήματα, οι άμυνες, οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι ανησυχίες του. Φυσικά, τα δεδομένα των προβολικών τεστ πολλές φορές εμπλουτίζονται μέσα από τη χρήση και άλλων εξειδικευμένων εργαλείων (π.χ. ερωτηματολόγια), εφόσον κριθεί απαραίτητο.
Η διαγνωστική αξιολόγηση πραγματοποιείται συνήθως είτε σε δύο διαδοχικές συνεδρίες των 45΄, είτε σε μία συνεδρία διάρκειας 90΄. Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, συντάσσεται λεπτομερής έκθεση του προφίλ της προσωπικότητας και γίνεται μία συνεδρία, όπου τα αποτελέσματα συζητούνται με τον ενδιαφερόμενο και δίνονται διευκρινίσεις σε τυχόν απορίες του.


