Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT)
Κεντρικό χαρακτηριστικό της Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας είναι ότι οι γνωσίες μας, δηλαδή οι τρόποι με τους οποίους σκεφτόμαστε και ερμηνεύουμε τα γεγονότα της ζωής μας, επηρεάζουν και επηρεάζονται από τις συναισθηματικές αντιδράσεις, τη συμπεριφορά και τη φυσιολογία του σώματός μας. Για τη CBT οι ψυχικές διαταραχές αναπτύσσονται μέσα από τις αρνητικές σκέψεις και τις βαθύτερες δυσλειτουργικές πεποιθήσεις μας για τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο. Αυτές οι πεποιθήσεις διαμορφώθηκαν σταδιακά, κυρίως μέσα από αρνητικές εμπειρίες της πρώιμης παιδικής μας ηλικίας, και παγιώθηκαν ως μαθημένοι τρόποι διαχείρισης, οι οποίοι όμως δεν μας βοηθούν πλέον να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τις αναπόφευκτες δυσκολίες που παρουσιάζονται στη ζωή μας.
Θεραπευτής και θεραπευόμενος συνεργάζονται με στόχο την κατανόηση και τροποποίηση αυτών των δυσπροσαρμοστικών τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς, με έμφαση στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του δεύτερου στην παρούσα φάση της ζωής του. Πρόκειται για μία δομημένη, συνήθως χρονικά περιορισμένη προσέγγιση (από 6 έως 25 εβδομαδιαίες συνεδρίες, διάρκειας 50΄), η οποία, μέσα από μία ποικιλία γνωστικών και συμπεριφορικών παρεμβάσεων, στοχεύει στη μείωση των συμπτωμάτων του θεραπευόμενου, την από κοινού διαμόρφωση και επίτευξη συγκεκριμένων, ρεαλιστικών στόχων και την πρόληψη πιθανών υποτροπών.
Μεγάλη σημασία αποδίδεται στην προοδευτικά αυξανόμενη συμμετοχή του θεραπευόμενου στη θεραπεία του, ενώ προτείνονται και προγραμματίζονται διάφορες δραστηριότητες για το σπίτι, με στόχο την πειραματική εφαρμογή των νέων, πιο λειτουργικών τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς που συζητούνται στις συνεδρίες, πάντα σε σχέση με τους θεραπευτικούς στόχους που από κοινού έχουν συμφωνηθεί.
Πρόκειται για μία από τις πιο τεκμηριωμένες ως προς την αποτελεσματικότητά τους θεραπευτικές προσεγγίσεις σε ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων ψυχικής υγείας και κυρίως στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης, των αγχωδών διαταραχών (όπως οι κρίσεις πανικού και οι φοβίες), της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, των διαταραχών που συνδέονται με τραυματικές εμπειρίες, των διαταραχών πρόσληψης της τροφής, των προβλημάτων σε ζευγάρια, της σχιζοφρένειας και της διπολικής διαταραχής (ως υποβοηθητική θεραπεία), των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, του χρόνιου πόνου και της κατάχρησης ουσιών. Έχει μελετηθεί επίσης η αποτελεσματικότητά της σε μαθητές με προβλήματα συμπεριφοράς και σε ιατρικούς ασθενείς με μεγάλη ποικιλία νόσων.


